ἀπίων

ἄπιον
pear
neut gen pl
ἄπιος 1
pear-tree
fem gen pl
ἄπιος 2
far away
fem gen pl
ἄπιος 2
far away
masc/neut gen pl
ἀ̱πίων , ἄπιος 2
far away
fem gen pl
ἀ̱πίων , ἄπιος 2
far away
masc/neut gen pl
ἀπί̱ων , ἀπίων
not fat
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • απίων — ἀπίων ( ονος), ον (Α) ο άπαχος …   Dictionary of Greek

  • ἀπιών — ἄπειμι 1 sum pres part act masc nom sg (doric) ἄπειμι 2 ibo pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀπίων — Ἀ̱πίων , Ἆπις masc gen pl (epic doric ionic aeolic) Ἀπ/ίων masc nom/voc sg ἄπιος 2 far away fem gen pl ἄπιος 2 far away masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Απίων ο Πλειστονίκης — (1ος αι. μ.Χ.). Αλεξανδρινός λόγιος και ιστοριογράφος. Ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της ρητορικής και της γραμματικής, πρώτα στη Ρώμη και αργότερα στην Αλεξάνδρεια. Έγραψε διάφορα συγγράμματα, ανάμεσα στα οποία και μία διόρθωση των ομηρικών επών,… …   Dictionary of Greek

  • Πτολεμαίος Απίων — (; – 96 π.Χ.). Βασιλιάς της Κυρήνης (116 π.Χ.). Ήταν νόθος γιος του βασιλιά της Αιγύπτου Π. H’ του Ευεργέτη ή Φύσκωνα (146 – 116 π.Χ.), τον οποίο διαδέχτηκε το 116 π.Χ. στον θρόνο του κυρηναϊκού βασιλείου. Άφησε τις κτήσεις του ως κληρονομιά… …   Dictionary of Greek

  • Apion (Grammairien) — Pour les articles homonymes, voir Apion (homonymie). Apion dit Plistonicès fut un grammairien d Alexandrie. Né en Égypte, il fut député par les Alexandrins à Caligula pour se plaindre des Juifs. Il avait écrit une histoire de l Égypte, sous le… …   Wikipédia en Français

  • Apion (grammairien) — Pour les articles homonymes, voir Apion (homonymie). Apion dit Plistonicès fut un grammairien d Alexandrie. Né en Égypte, il fut député par les Alexandrins à Caligula pour se plaindre des Juifs. Il avait écrit une histoire de l Égypte, sous le… …   Wikipédia en Français

  • 'πιον — ἄπιον , ἄπιον pear neut nom/voc/acc sg ἄπιον , ἄπιος 1 pear tree fem acc sg ἄπιον , ἄπιος 2 far away masc acc sg ἄπιον , ἄπιος 2 far away neut nom/voc/acc sg ἄ̱πιον , ἄπιος 2 far away masc acc sg ἄ̱πιον , ἄπιος 2 far away neut nom/voc/acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπίονα — ἀπί̱ονα , ἀπίων not fat neut nom/voc/acc pl ἀπί̱ονα , ἀπίων not fat masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπιον — pear neut nom/voc/acc sg ἄπιος 1 pear tree fem acc sg ἄπιος 2 far away masc acc sg ἄπιος 2 far away neut nom/voc/acc sg ἄ̱πιον , ἄπιος 2 far away masc acc sg ἄ̱πιον , ἄπιος 2 far away neut nom/voc/acc sg ἄπῑον , ἀπίων not fat masc/fem voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.